Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Κυριακή του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος - (Κυριακή Δ΄ Νηστειών)

Δεν θα υπήρχε πιο εύστοχη παρομοίωση για την περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής από μια σκάλα, μια κλίμακα, γιατί και αυτή η περίοδος της νηστείας και του πολέμου εναντίον των παθών αποτελεί μια σκάλα αρετών, την οποία κάθε πιστός χριστιανός προσπαθεί - με ότι δυσκολίες συνεπάγεται - να την ανέβει . Την Κυριακή της Δ΄ εβδομάδας της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής τιμούμε τον άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη, τον συγγραφέα του βιβλίου της «Κλίμακος», παρά το γεγονός ότι η μνήμη του τιμάται στις 30 Μαρτίου . Πριν Προχωρήσουμε στο κατανυκτικό βιβλίο της «Κλίμακος» θα αναφέρουμε λίγα στοιχεία για τον άγιο Ιωάννη, καθώς «τιμή αγίου, μίμησις αγίου» κατά τον ιερό Χρυσόστομο .   Ο όσιος γεννήθηκε τον 6ο αι. ( το 525 ίσως ;) από ευκατάστατη οικογένεια . Η γενέτειρά του παραμένει άγνωστη σε όλους τους βιογράφους του . Σε ηλικία μόλις  16 ετών εισέρχεται στη μοναχική αδελφότητα του Θεοβαδίστου Όρους του Σινά, προσφέροντας τον εαυτό του, θυσία ευάρεστο στον Ζωοδότη Κύριο . Στο μοναστήρι, έγινε υποτακτικός του γέροντα Μαρτυρίου, ο οποίος τον διαπαιδαγώγησε στην εκκοπή του προσωπικού του θελήματος και των παθών, στην καλλιέργεια της νοεράς προσευχής και των αρετών . Ύστερα από 19 χρόνια υποταγής στον αββά Μαρτύριο, 19 χρόνια νέκρωσης του προσωπικού θελήματος του, 19 χρόνια αποταγής των εγκοσμίων, 19 χρόνια καλλιέργειας των πνευματικών αρετών και αφού ο γέροντας του αναχώρησε για την ουράνια πραγματικότητα, επιδόθηκε στην παλαίστρα του ησυχαστικού βίου, «μόνος τù μόνw Θεù» .

  Στα 35 χρόνια, για εντονότερο πνευματικό αγώνα, αποφάσισε να ασκηθεί εκτός μονής, στην τοποθεσία Θολάς, η οποία απείχε περίπου 8 χλμ από το μοναστήρι . Σ’ αυτό το μέρος ασκήθηκε για 40 χρόνια, με προσευχή και προσοχή, με έντονο αγώνα κατά των παθών και των πειρασμών . Επειδή δε η πνευματική προκοπή του, δεν ήταν κρυφή και όλοι οι μοναχοί προσέτρεχαν σ’ αυτόν, με σκοπό να ωφεληθούν, να παρηγορηθούν καθώς ήταν ανύσταχτος φάρος για την Σιναΐτικη αδελφότητα, καθώς επίσης και γιατί αποτελούσε υπόδειγμα ησυχαστικού βίου, εκλέχθηκε ηγούμενος της Μονής του Σινά . Την ποίμανε θεαρέστως, για μικρό διάστημα όμως, και ύστερα από λίγο καιρό επέστρεψε στην ποθητή γι αυτόν ησυχία . Στις 30 Μαρτίου του 603 κοιμήθηκε μακαρίως, και η ψυχή του πέταξε στον αγαπημένο της, Χριστό .

  Ο όσιος μας έχει αφήσει μια εκπληκτική πραγματεία, την περίφημη «Κλίμακα», η οποία γράφθηκε ύστερα από παράκληση του ηγουμένου της Ραϊθώ, Ιωάννη με σκοπό να καθοδηγήσει τους μοναχούς του, στην καλλιέργεια των αρετών . Ο ίδιος ο άγιος Ιωάννης είχε ονομάσει «Πλάκαι Πνευματικαί», όμως επειδή περιγράφει αρετές με τις οποίες, επιτυγχάνοντάς τις ο χριστιανός είναι σαν να ανεβαίνει μια «κλίμακα», η οποία τον οδηγεί βαθμιαία με την κατάκτηση κάθε σκαλοπατιού-αρετής πιο κοντά στη περιπόθητη κατά χάριν θέωση . Έτσι σαν νέος Μωυσής «… ανέβηκε και αυτός στο θεοβάδιστο Όρος, εισήλθε στον άδυτο γνόφο και έλαβε την θεοτύπωτη νομοθεσία και θεωρία, προχωρώντας επάνω στις βαθμίδες της νοητής αναβάσεως …»(1) . Με λίγα λόγια, σκοπός της «Κλίμακος» είναι να χειραγωγήσει τον κάθε πιστό, είτε είναι μοναχός είτε όχι, στον αγώνα για τη σωτηριώδη πνευματική προκοπή, κυρίως να αποφύγει τις παγίδες του πονηρού και να φθάσει στην κορυφή της νοητής κλίμακας, στην οποία θα βρίσκεται ο ίδιος ο Κύριος .

  Ο πρώτος λόγος που γίνεται από τον συγγραφέα της Κλίμακος, είναι με θέμα την αποταγή του ματαίου βίου . Άλλωστε δεν θα υπήρχε καταλληλότερο πρόσωπο από τον άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη να μιλήσει για αυτή την αρετή. Καθώς απαρνήθηκε από την ηλικία των 16 χρονών την ζεστασιά του πατρικού σπιτιού, την επιτυχία, τις τρυφές των εγκοσμίων πραγμάτων και επιδόθηκε στις σπουδές στο Θεοβάδιστο σπουδαστήριο του νηπτικού βίου και της υπακοής, του Όρους του Σινά . Αποταγή είναι η εγκατάλειψη των βιοτικών μεριμνών, η ηθελημένη αναχώρηση από τον κόσμο για την αγάπη του Κυρίου, και όπως γράφει ο ίδιος ο όσιος : « Αναχώρησις από τον κόσμον είναι το να μισήσεις με την θέληση σου πράγματα επαινετά και να αρνηθής την φύσι, για να επιτύχης τα υπέρ φύσιν » (λόγος Α΄,11,Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) .

  Στον δεύτερο λόγο ο συγγραφέας αναλύει την απροσπάθεια . Απροσπάθεια είναι η «απαλλαγή από την προσπάθεια»(2) . Τι είναι η προσπάθεια ; Η «μετά πάθους προσκόλλησις, η δέσμευσις του συναισθήματος σε κάτι»(3) . Έτσι απροσπάθεια είναι η απαλλαγή από μέριμνες για χρήματα, οικογένεια κ.α. επίγεια αγαθά . Απαλλαγμένος ο άνθρωπος από αυτές τις έγνοιες, μπορεί πλέον ελεύθερος να ακολουθήσει το δρόμο του Χριστού . Ο ίδιος ο άγιος Ιωάννης γράφει «Όποιος εμίσησε τον κόσμο, αυτός εγλύτωσε από την λύπη . Ενώ εκείνος που έχει προσπάθεια σε κάποιο από τα υλικά και ορατά, δεν έχει ακόμα λυτρωθεί από την λύπη . Ενώ εκείνος που έχει προσπάθεια σε κάποιο από τα υλικά και ορατά, δεν έχει ακόμα λυτρωθεί από την λύπη . Διότι πώς να μη λυπηθή, όταν στερηθεί εκείνο που αγαπά» (λόγος Β΄,11, ,Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) .

  Ο άγιος συνεχίζοντας τη νοητή ανάβαση στο όρος των αρετών, μας περιγράφει την αρετή της ξενιτείας . Ξενιτεία είναι η εγκατάλειψη της πατρώας γής αλλά και οτιδήποτε μας εμποδίζει στον πνευματικό μας αγώνα και στην κατά Θεόν προκοπή . Λέει χαρακτηριστικά ο νέος Μωυσής : «Ξενιτεία είναι ο χωρισμός από όλα για να μείνη ο νούς αχώριστος από τον Θεόν» (λόγος Γ΄,3, ,Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) ενώ νωρίτερα τονίζει ότι η ξενιτεία δεν πρέπει να γίνει αιτία κενοδοξίας ή με διάθεση δυσμενή προς τους συγγενείς . Στον ίδιο λόγο, μιλάει και για τα όνειρα και τις φαντασίες των αρχαρίων στον πνευματικό αγώνα . Εφιστά ιδιαίτερα την προσοχή μας στα όνειρα, τα οποία πολλές φορές χρησιμοποιούνται από τους δαίμονες για να εξαπατηθούμε . Έτσι όπως λέει και ο θείος απόστολος Παύλος «αυτός γαρ ο σατανάς μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός» (Β΄ Κορινθίους ια, 14) . Μιλάει επίσης και για την φαντασία, η οποία κατά τον όσιο είναι «… μια εξαπάτησις των οφθαλμών, όταν το μυαλό κοιμάται . Φαντασία είναι μια παρασάλευσις του νού, ενώ το σώμα είναι ξύπνιο . Φαντασία είναι ένα θέαμα που δεν υπαρχει στην πραγματικότητα .» (λόγος Γ΄,37, ,Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004)  . Έτσι τονίζει λίγο πιο μετά ότι τα δαιμονικά όνειρα μας γεμίζουν με έπαρση και κενοδοξία ενώ αν συνηθίσουμε να τα δεχόμαστε θ’ αρχίσουμε και ενώ είμαστε ξύπνιοι να πέφτουμε θύματα των δαιμονικών οραμάτων (λόγος Γ΄,44, ,Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) .

  Έτσι φθάνουμε στον τέταρτο λόγο, στον οποίο ο όσιος εκθειάζει την μακάρια και αγγελότοκο υπακοή . Τι είναι υπακοή όμως κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος ; «Υπακοή είναι η τέλεια απάρνησις της ψυχής μας, η οποία φανερώνεται καθαρά με τα έργα του σώματος … σημαίνει ενέργεια χωρίς εξέταση, θάνατος εκούσιος, ζωή χωρίς περιέργεια, αμεριμνία για κάθε σωματικό κίνδυνο, …, να μη φοβήσαι τον θάνατο, …» (λόγος Δ΄,3, ,Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Σίγουρα δεν θα μπορούσαμε να βρούμε καλύτερο ορισμό για την υπακοή . Η πνευματική ζωή δεν μπορεί να καρποφορήσει αν δεν υπάρχει η υπακοή . Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι χάρις την υπακοή της Παναγίας στο θέλημα του Θεού, σαρκώθηκε το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, και έτσι ελευθερώθηκε το ανθρώπινο γένος από τα δεσμά του θανάτου και της αμαρτίας . Δεν θα υπήρχε καταλληλότερος από τον μακάριο Ιωάννη για να περιγράψει την υπακοή, καθώς υπέταξε το θέλημα του στον αββά Μαρτύριο για 19 χρόνια και έτσι έδρεψε και δρέπει τους καρπούς των αρετών του, θεμέλιο των οποίων ήταν η υπακοή . Παραθέτοντας ιστορίες από τους ασκητές της ερήμου ή άλλους κοινοβιάτες, μας παροτρύνει στο να αγωνισθούμε για την κατάκτηση της και μας υπενθυμίζει τους ή τις συνέπειες της ανυπακοής .

  Στον πέμπτο λόγο ο άγιος Ιωάννης μας μιλάει για την πραγματική και γνήσια μετάνοια . Ο ίδιος αναλύει για ποιο λόγο τοποθετεί την υπακοή πιο πρίν από τη μετάνοια, διότι ο απόστολος και ευαγγελιστής Ιωάννης, ο οποίος είναι πρότυπο υπακοής, έφθασε πιο νωρίς στον ζωηφόρο τάφο του Κυρίου από τον απόστολο Πέτρο, που αποτελεί πρότυπο μετανοίας . Αμέσως μετά δίνει ορισμό για το τι είναι η μετάνοια  : «Μετάνοια σημαίνει ανανέωσις του βαπτίσματος . Μετάνοια σημαίνει συμφωνία με τον Θεόν για νέα ζωή . Μετανοών σημαίνει αγοραστής ταπεινώσεως … Μετάνοια σημαίνει συμφιλίωσις με τον Κύριον, με έργα αρετής αντίθετα προς τα παραπτώματα μας …»(λόγος Ε΄,2, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Δεν θα μπορούσαμε να βρούμε προσφορότερο ορισμό για την μετάνοια, ιδιαίτερα για την κατανυκτική περίοδο της αγίας Τεσσαρακοστής . Δεν θα μπορούσαμε να βρούμε πιο δόκιμο βιβλίο για αυτή την περίοδο από το βιβλίο της Κλίμακος, το οποίο μας προτρέπει στο να αγωνιστούμε στο στάδιο των αρετών . Η Σαρακοστή είναι μια περίοδος κατά την οποία η Εκκλησία μας απευθύνει εντονότερα το κάλεσμα για μετάνοια, με σκοπό να προετοιμαστούμε για το Πάσχα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το κήρυγμα για μετάνοια, ατονεί τις υπόλοιπες περιόδους του έτους . Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε την χαρά που γίνεται στον ουρανό για ένα μετανοούντα αμαρτωλό αλλά και το πώς περιμένει ο Κύριος την μετάνοια του καθένα από εμάς .

  Συνεχίζοντας τον ανηφορικό δρόμο του αγώνα για πνευματική προκοπή, ο συγγραφέας της Κλίμακας μας μιλάει για την μνήμη θανάτου . Η μνήμη θανάτου, μας υπενθυμίζει το γεγονός ότι είμαστε παρεπίδημοι σ’ αυτόν τον κόσμο και ότι κάποτε θα δώσουμε λόγο για τις πράξεις μας στον Δικαιοκρίτη Θεό . Έτσι συγκρατούμαστε από το να υποδουλωθούμε στα πάθη και τις αδυναμίες μας οπότε εντείνουμε τον πνευματικό μας αγώνα . Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης είχε πει «κράτει τον νούν σου εις τον άδην και μη απελπίζου» .Ο Σιναΐτης αββάς δίνει απάντηση σε ένα ερώτημα πολλών χριστιανών, για ποιο λόγο ο Θεός μας κρύβει την ώρα της θανής μας,               «… Διότι κανείς δε θα προσερχόταν αμέσως στο βάπτισμα ή στην μοναχική πολιτεία, εάν εγνώριζε την ώρα του θανάτου του . Θα περνούσε όλες τις ημέρες της ζωής του μέσα στην αμαρτία και μόνο όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του . Θα περνούσε όλες τις ημέρες της ζωής του μέσα στην αμαρτία και μόνο όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του θα έτρεχε προς το βάπτισμα και την μετάνοια . Εφ’ ‘οσον όμως θα είχε ζυμωθή με την κακία, από την μακροχρόνιο συνήθεια θα έμενε τελείως αδιόρθωτος.»(λόγος ΣΤ΄,10, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) .

  Μετά πό την μνήμη θανάτου ο όσιος, στον έβδομο λόγο του μας εισάγει στην έννοια του χαροποιού πένθους . Το χαροποιό ή κατά Θεόν πένθος είναι σύμφωνα με τον Ιωάννη τον Σιναΐτη «…  η σκυθρωπότης της ψυχής, η διάθεσις της πονεμένης καρδιάς, η οποία δεν παύει να ζητεί με πάθος εκείνο για το οποίο είναι διψασμένη . Και όσο δεν το κατορθώνει, τόσο περισσότερο κοπιάζει και το κυνηγά …» (λόγος Ζ΄,1, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Στην αρετή του χαροποιού πένθους συγκεφαλαιώνονται όλες οι προηγούμενες αρετές, για τις οποίες κάνει νύξεις στον παρόντα λόγο . Ο όσιος τονίζει ιδιαιτέρως να μη παρεισφρύει στο κατά Θεόν πένθος, η κενοδοξία καθώς επίσης και ότι η ψεύτικη κατάνυξη μόνο πάθη μπορεί να δημιουργήσει στην ψυχή .

  Στον όγδοο λόγο του, ο άγιος Ιωάννης μιλάει για την αοργησία, δηλ. τη μεγάλη και έντονη επιθυμία που έχει κάποιος στο να δέχεται περιφρονήσεις . Η αοργησία αποτελεί συνέχεια του χαροποιού πένθους . Θέλοντας να μας δώσει ορισμό για την αοργησία, λέει ο όσιος χαρακτηριστικά : «Αοργησία σημαίνει ακόρεστη επιθυμία για ατιμία, όμοια με την απέραντη επιθυμία των κενόδοξων για έπαινο . Αοργησία σημαίνει νίκη κατά της ανθρώπινης φύσεως, που φαίνεται με την αναισθησία απέναντι στις ύβρεις…»(λόγοςΗ΄,2, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Στην συνέχεια μας αναλύει τις προϋποθέσεις αυτής της αρετής, που είναι η πραότης, το ατάραχο της καρδίας, η ανεξικακία και η αμνησικακία .

  Κατά τους δύο επόμενους λόγους ο όσιος δεν αναλύει αρετές, αλλά δύο πάθη . Και τι πάθη ; Στον ένατο λόγο αναλύει την μνησικακία και στον δέκατο την καταλαλιά . Σε αντίθεση με τις αρετές που μας ανεβάζουν στα ουράνια, τα πάθη μας κρατούν στη γη και μας σφίγγουν . Η μνησικακία κατά τον θεόπτη αββά της μονής του Σινά, είναι παιδί του ασύνετου θυμού και πιο συγκεκριμένα λέει : «Μνησικακία σημαίνει κατάληξις του θυμού, φύλαξ των αμαρτημάτων, απώλεια των αρετών, δηλητήριο της ψυχής, σαράκι του νού, εντροπή της προσευχής, εκκοπή της δεήσεως, αποξένωσις της αγάπης,…,συνεχής αμαρτία,…,διαρκής κακία.»(λόγοςΘ΄,2, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Η καταλαλιά είναι και αυτή απότοκος του μίσους και της μνησικακίας . Ο άγιος Ιωάννης απευθύνει δριμύ έλεγχο σ’ αυτούς που κατακρίνουν τους άλλους : « Ας με ακούσετε όλοι εσείς οι κακοί κριταί των ξένων αμαρτιών . Εάν είναι αλήθεια, όπως και πράγματι είναι, ότι «εν ω κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε» (Μτθ ζ΄,2), τότε ας είσθε βέβαιοι, ότι για όσα αμαρτήματα κατηγορήματα κατηγορήσαμε τον πλησίον είτε ψυχικά, είτε σωματικά, θα περιπέσωμε σ’ αυτά . Και δεν είναι δυνατόν να γίνη διαφορετικά .» (λόγος Ι΄,10, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) .  

  Στον 11ο λόγο του μας παραβάλλει ένα πάθος με μία αρετή . Έχουμε από τη μια μεριά την πολυλογία και από την άλλη μεριά την σιωπή . Κατά τον αββά, η πολυλογία και από την άλλη μεριά την σιωπή . Κατά τον αββά, η πολυλογία είναι : «…σημάδι αγνωσίας, θύρα της καταλαλιάς,…,πρόξενος της ψευδολογίας, σκορπισμός της κατανύξεως . Είναι αυτή που δημιουργεί και που προκαλεί ακηδία .» (λόγος ΙΑ΄, 2, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Η πολυλογία είναι ένα πάθος που είναι πρόξενος πολλών άλλων παθών, σύμφωνα με τον Σιναΐτη όσιο, όποιος την χαλιναγωγήσει με τη σιωπή, όχι μόνο κλείνει την πόρτα στα προαναφερθέντα πάθη αλλά και «… προσεγγίζει τον Θεόν και συνομιλώντας μαζί Του φωτίζεται από Αυτόν .» (λόγος ΙΑ΄,4, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) .

  Στους 3 επόμενους λόγους αναλύει το ψεύδος, την ακηδία και την γαστριμαργία . Όπως προαναφέραμε το ψεύδος και η ακηδία σχετίζονται με την πολυλογία . Για τον άγιο Ιωάννη : «Το ψεύδος είναι εξαφάνισις της αγάπης …» (λόγος ΙΒ΄,1, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) ενώ λίγο πιο πριν τονίζει το γεγονός ότι το ψεύδος είναι γέννημα της πολυλογίας . Την ακηδία στον δέκατο τρίτο λόγο του, την χαρακτηρίζει ως πρώτο παιδί της πολυλογίας και λέει γι αυτή : «Ακηδία σημαίνει παράλυσις της ψυχής και έκλυσις του νου, οκνηρία και αδιαφορία προς την άσκηση, …, ( η ακηδία είναι) που κατηγορεί τον θεόν ότι δεν είναι ευσπλαχνικός και φιλάνθρωπος …» (λόγος ΙΓ΄,1, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Η ακηδία με λίγα λόγια, ρίχνει τον άνθρωπο σε αδιαφορία για την σωτηρία του, τον καταδικάζει σε απραγία . Κατά τον δέκατο τέταρτο λόγο του μας αναλύει το πάθος της γαστριμαργίας, το πάθος κατά το οποίο υποδουλωνόμαστε στις διαθέσεις της κοιλίας . Θέλοντας να εκθειάσει τα αγαθά της νηστείας, λέει τα εξής : « Η νηστεία είναι βία φύσεως και περιτομή των ηδονών του λάρυγγος, εκκοπή των πονηρών λογισμών, απελευθέρωσις από μολυσμούς ονείρων, καθαρότης προσευχής, φωτισμός της ψυχής, διαφύλαξις του νού, θύρα κατανύξεως, ταπεινός στεναγμός,…, σταμάτημα της πολυλογίας,…, φρουρός της υπακοής, ελαφρότης του ύπνου, υγεία του σώματος, πρόξενος της απαθείας, άφεσις των αμαρτημάτων, θύρα και απόλαυσις του παραδείσου .» (λόγος ΙΔ΄,31, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Πόσα κερδίζει ο άνθρωπος με τη νηστεία και πόσα χάνει με τη γαστριμαργία ;  

  Στον επόμενο λόγο του, μας αναλύει την άφθαρτη και δυσκολοκατάκτητη αρετή της αγνείας . Εγκωμιάζοντας την αγνεία, λέει : «Αγνεία σημαίνει απόκτησις της ασωμάτου φύσεως . … Αγνεία σημαίνει υπερφυσική απάρνησις της ανθρωπίνης φύσεως, μια αληθινά παράδοξη άμιλλα σώματος θνητού και φθαρτού προς τους ασωμάτους αγγέλους …» (λόγος ΙΕ΄,2, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Χαρακτηρίζει την αγνεία ως ένα ισάγγελο αγώνισμα και λίγο πιο κάτω μακαρίζει αυτούς που την απέκτησαν ενώ μας υπενθυμίζει ότι ο Κύριος είναι Εκείνος που θα μας ενδυναμώσει στον αγώνα για την αγνεία ενάντια στα πάθη της σαρκός .

  Κατά τον 16ο λόγο του, ο μακάριος αββάς πραγματεύεται το πάθος της φιλαργυρίας ενώ μέσα στο κείμενο την αντιπαραβάλλει με την αρετή της ακτημοσύνης, που αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά του μοναχού .Χαρακτηρίζει την φιλαργυρία ως ειδωλολατρεία και «θυγατέρα της απιστίας» ενώ τον φιλάργυρο, ενσυνείδητο καταφρονητή των ευαγγελικών λόγων . Αφού μίλησε για τη νοσηρή κατάσταση της φιλαργυρίας στη συνέχεια μιλάει για την υπερ φύσιν κατάσταση της ακτημοσύνης  ότι : «… είναι απαλλαγή από τις φροντίδες, αμεριμνία βίου, οδοιπορία ανεμπόδιστη, αποξένωση από την λύπη, πίστη στις εντολές του Θεού .» (λόγος ΙΣΤ΄,11, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) .

  Φθάνοντας στον 17ο λόγο, ο θεόπτης Ιωάννης μας αναλύει το πάθος της αναισθησίας, δηλαδή όταν μια νοσηρή κατάσταση από αμέλεια έχει παγιωθεί στην ψυχή, και πλέον ο άνθρωπος δεν αγωνίζεται να την υπερνικήσει . Την ονομάζει ως «… παγίδα της πνευματικής προθυμίας, βρόχος της ανδρείας, άγνοια της κατανύξεως, θύρα της απογνώσεως … μητέρα της λήθης …» (λόγος ΙΖ΄,2, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Με τη λήθη εννοούμε τη λησμονιά του Θεού και των λόγων Του . Η αναισθησία ή αναλγησία μπορεί να ρίξει τον άνθρωπο σε απόγνωση αλλά ακόμα και σε φαρισαϊκή υποκρισία . Πώς ; Διδάσκοντας τον ευαγγελικό λόγο, χωρίς να τον εφαρμόζει ο ίδιος, κατακρίνοντας έτσι τον εαυτό του .

  Ο Σιναΐτης αββάς ασχολείται στους δύο επόμενους λόγους, στον ένα με τον ύπνο και την προσευχή ενώ στον άλλο με την αγρυπνία . Αναγνωρίζει ότι ο ύπνος είναι απαραίτητο συστατικό της ανθρώπινης φύσης ενώ τον θεωρεί επιπροσθέτως, ως προεικόνιση του θανάτου . Μπορεί όμως να εξελιχθεί στο πάθος της πολυϋπνίας το οποίο θα μας παρακωλύει από τον πνευματικό αγώνα και κυρίως την προσευχή . Στη συνέχεια μας παραθέτει όλα όσα μας εμποδίζουν από την εκτέλεση του προσωπικού κανόνα του καθενός . Κατά τον 19ο λόγο του, μας μιλάει για την αγρυπνία και για τον τρόπο που πρέπει να γίνεται . Θεωρεί την αγρυπνία ως όπλο εναντίον πολλών παθών ενώ την πολυϋπνία, αίτιο λησμοσύνης των θείων εντολών . Εφιστά όμως την προσοχή και στην αγρυπνία, κυρίως για το πώς γίνεται, καθώς : «… ομοίως και ο δαίμων της κενοδοξίας είναι ο εχθρός του ύπνου .» (λόγος ΙΘ΄,10, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) θέλοντας να μας δείξει πόσο σημασία έχει η προαίρεση στις πράξεις μας και ότι ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα .

  Επαινώντας όσους μπόρεσαν να κατακτήσουν και την αρετή της αγρυπνίας, στους 4 επόμενους λόγους του, αναλύει ισάριθμα πάθη . Έτσι στον 20ο λόγο, αναλύει την δειλία, την οποία χαρακτηρίζει ως νηπιακή συμπεριφορά κενόδοξης ψυχής, λέγοντας το εξής : «Η δειλία είναι απομάκρυνσις της πίστεως, με την ιδέα ότι αναμένονται απροσδόκητα κακά .» (λόγος Κ΄,2, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Το επόμενο πάθος που παραθέτει είναι η «πολύμορφος» κενοδοξία . Ο άγιος Ιωάννης την χαρακτηρίζει ως «… σκορπισμός των καμάτων, απώλεια των ιδρώτων, …, πρόδρομος της υπερηφανείας, …» (λόγος ΚΑ΄,2, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Τονίζει σε όλους μας τον κίνδυνο ότι ακόμα και σε πράξεις άσκησης και αρετής μπορεί να μας καταλάβει η κενοδοξία ενώ λίγο πιο κάτω χαρακτηρίζει τον κενόδοξο ως ειδωλολάτρη και φθάνουμε στο γέννημα της κενοδοξίας, την υπερηφάνεια, η οποία είναι «… άρνησις του Θεού, εφεύρεσις των δαιμόνων, εξουδένωσις των ανθρώπων, μητέρα της κατακρίσεως, απόγονος των επαίνων, απόδειξις ακαρπίας, φυγαδευτήριο της βοήθειας του Θεού, πρόδρομος της παραφροσύνης, πρόξενος πτώσεων,…, αντίπαλος του Θεού, ρίζα της βλασφημίας .» (λόγος ΚΒ΄,1,Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Η υπερηφάνεια χαρακτηρίζεται ως πρόξενος πτώσεων, άλλωστε και ο Εωσφόρος λόγω αυτής έπεσε και έγινε αρχηγός των δαιμόνων . Στον 23ο λόγο, ο Σιναΐτης αββάς μιλάει για τους ανέκφραστους λογισμούς βλασφημίας, οι οποίοι είναι απότοκοι της βλαβερής υπερηφάνειας, οι οποίοι δεν είναι λίγες οι φορές που φέρνουν απελπισία αυτούς που αγωνίζονται κατά των παθών .

  Μετά από τους προηγούμενους λόγους περί παθών, φθάνουμε στον 24ο λόγο, ο οποίος ασχολείται με την πραότητα και την απλότητα, αρετές που αποκτήθηκαν με κοπιαστικό και πολύχρονο πνευματικό αγώνα . Χαρακτηρίζει την πραότητα ως προπομπό της ταπείνωσης και λέει τα εξής : «Η πραότης είναι μια αμετακίνητη κατάστασις του νου, που παραμένει η ίδια και στις τιμές και στις περιφρονήσεις . Πραότης σημαίνει το να προσεύχεσαι ειλικρινώς για τον πλησίον σου, χωρίς να ενοχλείσαι καθόλου από τις ταραχές που σου προξενεί …» (λόγος ΚΔ΄, 2, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Ο ίδιος ο Κύριος μακαρίζει τους πράους και λέει «… μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γήν .» (Μρκ Ε΄, 5) . Για την απλότητα τονίζει, ο όσιος, ότι αποκτάται δύσκολα, με κόπους και γίνεται πρόξενος ταπεινοφροσύνης .  

  Έτσι φθάνουμε στο 25ο σκαλοπάτι της Κλίμακας των αρετών, το γέννημα των δύο προηγούμενων αρετών, την μακάρια και ύψιστη ταπεινοφροσύνη . Συλλέγοντας γνώμες διαφόρων για την αρετή αυτή, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι : «… Η ταπεινοφροσύνη είναι ανώνυμη χάρις της ψυχής, η οποία μπορεί να ονομασθή μόνο απ’ όσους την εδοκίμασαν εκ πείρας . Είναι ανέκφραστος πλούτος, ονομασία του Θεού, δωρεά του Θεού, εφ’ όσον Εκείνος λέγει : «Μάθετε ουκ απ’ αγγέλου, ουκ απ’ ανθρώπου, ουκ από δέλτου, αλλ’ απ’ εμού», δηλ. από την ενοίκηση μου και την έλλαμψί μουυ και την ενεργειά μου μέσα σας, «ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και το λογισμώ και τω φρον΄΄ηματι, και ευρήσετε ανάπαυσιν πολέμων και κουφισμόν λογισμών ταις ψυχαίς υμών» (πρβλ. Μτθ ια΄, 29)» (λόγος ΚΕ΄, 3, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Τονίζει παρακάτω πως η συγκεκριμένη «φονεύει» τα πάθη της κενοδοξίας και υπερηφάνειας, ενώ δεν αφήνουν να εμφανισθούν η υποκρισία και η καταλαλιά . Καθιστά τον άνθρωπο που θα την εγκολπωθεί ήπιο, ευσπλαχνικό, γαλήνιο, χαρούμενο, άγρυπνο, άλυπο και απαθή . Με λίγα λόγια η ταπεινοφροσύνη μας καθιστά δεκτικότερους των θείων δωρεών, μας ανοίγει την πόρτα της Επουρανίου Βασιλείας .

  Κατά τον 26ο λόγο του ο θεόπτης πατήρ, αναλύει την δυσκολοκατάκτητη αρετή της διακρίσεως . «Διάκρισις εστί πασών των αρετών, μεγίστη (ή αρίστη) και τελεία», ενώ κάπου αλλού διαβάζουμε «Τα όπλα του μοναχού εισί η διάκρισις και η προσευχή» . Όλοι οι πατέρες της Εκκλησίας την εκθειάζουν, ενώ ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, χωρίζει τον λόγο του γι αυτήν, σε 3 μέρη . Αρχίζοντας τον λόγο κάνει διαβάθμιση στη διάκριση λέγοντας : «Διάκρισις στους μεν αρχαρίους είναι η ορθή επίγνωσις του εαυτού των . Στους μεσαίους είναι η νοερά αίσθησις η οποία διακρίνει αλάνθαστα το πραγματικό αγαθό από το φυσικό αγαθό και από το αντίθετο του κακό . Στους δε τελείους είναι η γνώσις που έχουν από θεϊκή έλλαμψη και η οποία έχει την δύναμι να φωτίζη πλήρης με την λάμψι της και όσα σκοτεινά υπάρχουν μέσα στους άλλους .» (λόγος ΚΣΤ΄,1,α΄μέρος, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Λίγο πιο κάτω καταρτίζει μια αλφάβητο αρετών για αρχάριους, μια σειρά αρετών για τους μεσαίους και μια αλφάβητο για τους τελειότερους στον πνευματικό αγώνα, θέλοντας να υπενθυμίσει ότι στόχος για έναν που αγωνίζεται πνευματικά είναι η συνεχής πρόοδος και κατάκτηση αρετών . Με την διάκριση φωτίζονται οι οφθαλμοί της ψυχής και έτσι όσο πιο τέλειος γίνεται ο άνθρωπος στην αρετή, και κατακτά το χάρισμα της διακρίσεως τόσο μπορεί να γνωρίζει ποια σκέψη προέρχεται από τον Θεό, ποια από αυτόν και ποια από τον πονηρό . Στο τρίτο μέρος κάνοντας ανακεφαλαίωση όλων των προηγουμένων - υπενθυμίζοντας ότι «repetitio est mater studiorum» - μας δείχνει πόσο περιορίζει ο κάθε χριστιανός με την άσκηση συγκεκριμένης αρετής, συγκεκριμένο πάθος π.χ. «Η πίστη και η ξενιτεία είναι ο θάνατος της φιλαργυρία …» (λόγος ΚΣΤ΄,3,γ΄ μέρος, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) .

  Στον 27ο σκαλί, περιμένει τον πνευματικό αγωνιστή, η ησυχία . Κατά την ησυχία, οάνθρωπος προσέχει τους λογισμούς του, κυριαρχεί σ’ αυτούς και η σκέψη του είναι αφιερωμένη αποκλειστικά στον Θεό . Αυτόν τον λόγο, ο άγιος Ιωάννης τον χωρίζει σε 2 μέρη . Ο Σιναΐτης αββάς χαρακτηρίζει τον ησυχαστή ως «επίγειο τύπο Αγγέλου», είναι αυτός που εφαρμόζει το γραφικό ρητό : «Εγώ καθεύδω, και η καρδία μου αγρυπνεί .» (Άσμα ε΄,2) . Στο δεύτερο μέρος ο όσιος διακρίνει τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των ειδών της ησυχίας . Χαρακτηρίζει την ησυχία ως «… ακατάπαυστη λατρεία του Θεού και παράστασις ενωπιόν Του .» (λόγος ΚΖ΄,β΄ μέρος,25, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Επίσης χαρακτηρίζει την πίστη ως μητέρα των ησυχαστών και θεωρεί πρωταρχική ανάγκη των, την υπομονή .

  Ανεβαίνοντας τόσο ψηλά στο όρος των αρετών, φθάσαμε στο 28ο σκαλί, την προσευχή, την μητέρα των αρετών . Ο θεόπτης πατήρ, την χαρακτηρίζει ως «… ένωσις του ανθρώπου με τον Θεόν,…, σύστασις και διατήρησις του κόσμου, συμφιλίωσις με τον Θεόν, μητέρα των δακρύων,…, έργο των αγγέλων, τροφή των ασωμάτων, μελλοντική σωφροσύνη …» (λόγος ΚΗ΄,1, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Έπειτα υποδεικνύει το πώς πρέπει να προσευχόμαστε π.χ. με αμνησικακία, με ανεπιτήδευτον ύφος κ.α. ενώ μιλάει και για τον τρόπο της προσευχής ή τα διάφορα αιτήματα . Συνιστά συντριβή και όντας γνώστης της ανθρώπινης ψυχής και παιδαγωγός τονίζει πως η στάση του σώματος βοηθάει στη συγκέντρωση του νού . Στο τέλος όμως παραδέχεται ότι : «Δεν μπορούμε να διδαχθούμε το πώς να βλέπωμε, διότι εκ φύσεως το γνωρίζομε μόνοι μας . Παρόμοια δεν μπορούμε να γνωρίσωμε με την διδασκαλία του άλλου το κάλλος της προσευχής . Διότι η προσευχή έχει ως διδάσκαλό της τον Θεόν, «τον διδάσκοντα άνθρωπον γνώσιν, και δίδοντα ευχήν τω ευλογούντα έτη δικαίων» (Ψαλμ. γ΄, 10-Α΄ Βασιλειών β΄, 9)» (λόγος ΚΉ΄, 63, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) .

  Στον 29ο λόγο του, ο όσιος αναλύει την τέλεια και αξιομακάριστη απάθεια, τον «επίγειο ουρανό» όπως την χαρακτηρίζει . Η απάθεια αγιάζει την ύπαρξη, την αποστασιοποιεί από τις υλικές και βιοτικές ανάγκες, ο άνθρωπος αποστρέφεται το κακό και γίνεται άπληστος στην κατάκτηση των αρετών . Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης μακαρίζει όσους έχουν φθάσει σ’ αυτό το δυσθεώρητο ύψος αρετής λέγοντας : «Όποιος αξιώθηκε αυτήν την κατάστασι, ενώ ευρίσκεται ακόμη στη σάρκα του, έχει ως ένοικο του τον Θεόν, ο οποίος τον κυβερνά σε όλα τα λόγια και τα έργα και τις σκέψεις .» (λόγος ΚΘ΄,15, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) .

  Έτσι φθάνουμε στην κορυφή του δυσανάβατου όρους, στον 30ο λόγο, ο Σιναΐτης αββάς αναλύει τρία αγιοπνευματικά χαρίσματα, τα οποία συντηρούν το σύνδεσμο μεταξύ των υπόλοιπων αρετών, την αγάπη, την ελπίδα και την πίστη . Λέει για την κάθε μία απ’ αυτές «Η μία, η πίστις δύναται να επιτελέση τα πάντα . Η άλλη, η ελπίς, περικυκλώνει με το έλεος του Θεού και δεν καταισχύνει τον ελπίζοντα . Και η Τρίτη, η αγάπη, δεν πέφτει ποτέ από το ύψος της …» . Για την αγάπη, σημειώνει πιο κάτω «… ως προς την ποιότητα της είναι ομοίωσις με τον Θεόν, όσο βέβαια είναι δυνατόν στους ανθρώπους . Ως προς την ενέργεια της μέθη της ψυχής . Ως προς δε τις ιδιότητες της, πηγή πίστεως, άβυσσο΄ς μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως .» (λόγος Λ΄,3, Κλίμαξ, εκδ.Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 2004) . Τί να προσθέσουμε στα παραπάνω αλλ΄’α και στην υπόλοιπη ομιλία του αγίου Ιωάννη ; Τίποτα περισσότερο από το να καθίσουμε με διάθεση μαθητείας και να αφουγκραστούμε τα λεγόμενα του Σιναΐτη αββά .

  Η Κλίμαξ τελειώνει με τον λόγο του αγίου Ιωάννη «Εις τον Ποιμένα», δηλ. προς τον οποιοδήποτε πνευματικό πατέρα . Πιο συγκεκριμένα απευθύνεται στον ηγούμενο της Ραϊθώ, τον Ιωάννη, ο οποίος και του ζήτησε και το υπόλοιπο βιβλίο . Ο λόγος αυτός διακρίνεται για τις συμβουλές που απευθύνει προς τους ποιμένες των «λογικών προβάτων» . Χαρακτηρίζει τον πνευματικό πατέρα ως ποιμένα, κυβερνήτη, ιατρό και διδάσκαλο . Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως λόγος ποιμαντικός, ανάλογος σε αξία με ανάλογα κείμενα ποιμαντικής των σύγχρονων ή προγενέστερων Εκκλησιαστικών συγγραφέων, ο οποίος απευθύνεται περισσότερο στον ηγούμενο μιας μοναστικής αδελφότητας .

  Το συγκεκριμένο βιβλίο, δεν απευθύνεται μόνο σε μοναχούς, αν και φαίνεται έτσι, αλλά και σε κάθε πνευματικό αγωνιστή . Απευθύνεται στον κάθε χριστιανό που αγωνίζεται για την πνευματική του προκοπή . Με την κατάκτηση των πνευματικών αρετών, ο χριστιανός μυείται στην διαρκή καλλιέργεια των αρετών, στη νήψη και την νοερά προσευχή, απότοκος των οποίων είναι η κατά χάριν ένωση με τον Θεό .
 
π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΑΤΣΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου