Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ

Οι Προπάτορες του Κυρίου
Δύο Κυριακές προ των Χριστουγέννων, η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, μάς καλεί σήμερα να τιμήσουμε την μνήμη όλων των κατά σάρκα προγόνων και προπατόρων του Κυρίου, ανδρών και γυναικών, τα ονόματα των οποίων θα ακούσουμε αναλυτικά στην Ευαγγελική περικοπή της ερχόμενης Κυριακής, προ της Γεννήσεως του Χριστού.
Πρόκειται για ανθρώπους που, ενώ έζησαν στην προ Χριστού μακραίωνη περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης, στον κόσμο του νόμου και όχι της χάριτος, είχαν προσανατολισμένη την ζωή τους στην προοπτική της ελεύσεως του Σωτήρα, βιώνοντας, με τον τρόπο αυτό, ζωή εν Χριστώ, προ Χριστού. Πρόκειται για ανθρώπους που βίωσαν την προσωπική τους δικαίωση και την επιβεβαίωση της πίστης τους με την Γέννηση, την Σταύρωση και την εκ νεκρών Ανάσταση του αναγγελμένου από τον Θεό Σωτήρα, που είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν υπήρξαν απλά στην ιστορία, όπως τα αναρίθμητα πλήθη των ανθρώπων που πέρασαν απ’ αυτή τη γη. Το πέρασμά τους έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένο στην ιστορία και στην μνήμη της Εκκλησίας, γιατί έζησαν προσδοκώντας τον μεγάλο Αναμενόμενο. «Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να υπάρχεις και στο να ζεις. Πολλοί άνθρωποι υπάρχουν. Λίγοι, όμως, πραγματικά ζουν. Μόνο εκείνοι που ευχαριστούνται στις εντολές Του και αγαλλιούν στην πραγματοποίηση του θελήματός Του θα περάσουν πέρα από την απλή ύπαρξη και θα βρουν την πραγματική ζωή…».
Ο εορτασμός της μνήμης των Αγίων Προπατόρων και η διάσωση των ονομάτων τους από τις Ευαγγελικές περικοπές των ημερών δεν είναι τυχαία γεγονότα. Γίνονται, πρωτίστως, για να καταδειχθεί η ιστορικότητα του προσώπου του Χριστού και για να γίνει αποδεκτό, πέρα από κάθε αμφισβήτηση, ότι «ο Ιησούς, όντας Υιός του Θεού, έχει έλθει «εν σαρκί», ως πραγματική ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτή η διαβεβαίωση ήταν άκρως σημαντική στον καιρό των Αποστόλων και στις πρώτες Χριστιανικές γενιές, γιατί, άσχετα με ό,τι συμβαίνει σήμερα, ο πειρασμός της πρώιμης περιόδου του Χριστιανισμού δεν ήταν η άρνηση της Θεότητος του Ιησού, αλλά η άρνηση της πραγματικής και αυθεντικής Του ανθρωπότητας».
Οι Άγιοι Προπάτορες τιμώνται, επίσης, για να καταδειχθεί η εκπλήρωση των επαγγελιών και υποσχέσεων του Θεού προς τον Αβραάμ, ότι ο Σωτήρας θα προέλθει από το δικό του γένος και προς τον Δαυίδ ότι ο Χριστός θα καθίσει πάνω στον δικό του θρόνο και θα βασιλεύσει σε μια βασιλεία που δεν θα έχει τέλος.
Αυτό, όμως, που ιδιαίτερα πρέπει να προσεχθεί στο σημείο αυτό είναι ότι ο Θεός εκπληρώνει τις υποσχέσεις του, παρά το γεγονός ότι ο λαός Του δεν παραμένει πάντα πιστός. Ανάμεσα στους Προπάτορες, από τους οποίους προήλθε, κατ’ άνθρωπον, ο Χριστός, «υπάρχουν και αμαρτωλοί και ειδωλολάτρες. Με μια λέξη, ο Ιησούς δεν προέρχεται μόνο από δικαίους και αγίους, αλλά και από πονηρούς και αμαρτωλούς».
Κορυφαίο παράδειγμα ο Δαυίδ, ο οποίος υπέπεσε σε πλήθη μεγάλων αμαρτιών και, εντούτοις, κατέχει κορυφαία θέση μεταξύ των Αγίων Προπατόρων. Η στάση αυτή του Ιησού είναι καθοριστική για την στάση της Εκκλησίας, διαχρονικά, έναντι της αμαρτίας και των αμαρτωλών, όλων μας δηλ. Ο Χριστός και η Εκκλησία Του στηλιτεύουν την αμαρτία και καλούν όλους να αγωνιζόμαστε για την απαλλαγή από τα δεσμά της. Την ίδια, όμως, στιγμή δέχεται την μετάνοια των αμαρτωλών, δεν κλείνει τις θύρες της καρδιάς του σε εκείνους που, ναι μεν αμαρτάνουν, αλλά, αυτοκατακρινόμενοι και μετανοούντες, αναζητούν την χάρη και το έλεος του Θεού. Από τέτοιους ανθρώπους, από τους μετανοημένους αμαρτωλούς, μπορούν να προέλθουν δοχεία αγιότητος σαν κι αυτά των Αγίων Προπατόρων, που εορτάζουμε σήμερα και είθε πάντα να λειτουργούν ως υποδείγματα πίστεως και μετανοίας για όλους μας. ΑΜΗΝ!

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ

Αγίου Ιερομάρτυρος Σεραφέιμ Επισκόπου Φαναρίου
Το μήνυμα των Νεομαρτύρων
Τρεις ιδιαίτερα λαοφιλείς Αγίους προβάλει η Εκκλησία μας σήμερα, αδελφοί μου. Την Αγία Μεγαλομάρτυρα Βαρβάρα, τον Όσιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και τον Άγιο Νέο Ιερομάρτυρα Σεραφείμ, Επίσκοπο Φαναρίου. Επιλέξαμε ν’ ασχοληθούμε με τον τρίτο, με καταγωγή από τα Άγραφα της Θεσσαλικής γης και να αντλήσουμε τα μηνύματα που εκπέμπει ο βίος του.
Ο Άγιος Σεραφείμ γεννήθηκε στα μέσα του 16ου αιώνα, στην καρδιά της τουρκικής σκλαβιάς και της ισλαμικής θηριωδίας και ανατράφηκε σε ευλαβή Χριστιανική οικογένεια, επιδεικνύοντας εξαιρετική επίδοση στην μελέτη των Αγίων Γραφών. Νέος στην ηλικία έγινε μοναχός στο Μοναστήρι της Παναγίας Κορώνης και γρήγορα εισήλθε στους τάξεις του ιερού Κλήρου χειροτονούμενος Πρεσβύτερος. Αργότερα εξελέγη Επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου και εργάστηκε με ζήλο για την προκοπή του ποιμνίου του και την επικράτηση της ειρήνης στην περιοχή του. Παρ’ όλα αυτά, όμως, οι Τούρκοι τον συνέλαβαν το 1601, με την κατηγορία της συμμετοχής στην εξέγερση που είχε οργανώσει στην περιοχή ο Μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος, ο επονομαζόμενος «φιλόσοφος» ή «σκυλόσοφος». Τον υπέβαλαν σε φρικτά μαρτύρια, τα οποία υπέμεινε αγόγγυστα, έως ότου δέχθηκε τον μαρτυρικό θάνατο για την αγάπη του Χριστού, αρνούμενος να αρνηθεί την πίστη του για να σώσει τη ζωή του. Η Τιμία Κάρα του φυλάσσεται σήμερα στον Μητροπολιτικό Ναό της Καρδίτσας και είναι πηγή ιαμάτων και ευλογιών για τον πιστό λαό του Θεού.
Ο Άγιος Σεραφείμ ανήκει στην λαμπρή χορεία των Νεομαρτύρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι ονομάστηκαν έτσι γιατί μαρτύρησαν κατά την περίοδο μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως και μέχρι την Εθνική μας Παλιγγενεσία, από τα χέρια των τούρκων. Ήταν η περίοδος κατά την οποία οι κατακτητές εξαπέλυαν απηνείς διωγμούς κατά των Χριστιανών, που ήταν προϊόν της μισαλλοδοξίας τους, αλλά και του σκληρότατου θρησκευτικού τους φανατισμού. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής έθεσαν σε εφαρμογή το σατανικό σχέδιο των βίαιων εξισλαμισμών, προκειμένου να αλλοιώσουν την εθνική συνείδηση των σκλαβωμένων Ελλήνων, βασικό συστατικό της οποίας υπήρξε ανέκαθεν και είναι η Ορθόδοξη πίστη. Το κύμα των εξισλαμισμών ανέκοψε το νέφος των Αγίων Νεομαρτύρων, το μαρτυρικό τέλος των οποίων λειτούργησε αφυπνιστικά για τους ταλαιπωρημένους και τρομοκρατημένους Έλληνες, δυνάμωσε την Ορθόδοξη πίστη τους και οδήγησε, τελικά, τα τουρκικά σχέδια σε ναυάγιο και αποτυχία.
Θα επισημάνουμε, εξ αφορμής της μνήμης του Νεομάρτυρος Αγίου Σεραφείμ, τρία σημεία σχετικά με το μήνυμα που περνά σε όλους μας το παράδειγμα των Νεομαρτύρων. Το πρώτο είναι ότι οι Νεομάρτυρες, όπως και όλοι οι Μάρτυρες της πίστεως, διαχρονικά, είναι υπόδειγμα υπομονής στις θλίψεις και τις δοκιμασίες για όλους μας. Υπέστησαν πλείστες όσες στερήσεις, εξευτελισμούς, βασανισμούς και τον θάνατο ακόμα για την αγάπη του Χριστού, χωρίς γογγυσμό. Αντιθέτως, έβλεπαν ότι, διά των θλίψεων και των δοκιμασιών, η χάρις του Θεού επεσκίαζε τη ζωή τους και τους προσέφερε πνευματική προοπτική και αναψυχή πολύ ανώτερη και ποιοτικότερη απ’ ό,τι η πρόσκαιρη και μάταιη αυτή ζωή. Οι θλίψεις και οι δοκιμασίες που επιτρέπει ο Θεός στη ζωή μας είναι ένα σχολείο, όπου οι μεγάλες αρετές αποκτώνται και οι μεγάλοι χαρακτήρες διαπλάθονται.
Το δεύτερο σημείο είναι ότι οι Νεομάρτυρες θα μάς καταστήσουν αναπολόγητους ενώπιον του Θεού, εν ημέρα κρίσεως, αν δε διαφυλάξουμε την Ορθόδοξη πίστη μας ζωντανή και ακμαία, σε μια εποχή που δε μάς διώκει κανείς. Ο κίνδυνος αυτός είναι μεγάλος, καθώς οι Χριστιανοί χαλαρώσαμε στην εποχή μας, αφήσαμε την πίστη στο περιθώριο της ζωής, την μετατρέψαμε σε φολκλορικό στοιχείο της παράδοσής μας, ξεχνώντας ότι αληθινή πίστη είναι η διαρκής εμπειρία της ζωής του Χριστού στη δική μας ζωή, μέσα στο Μυστηριακό βίωμα της Εκκλησίας μας.
Θα μάς καταστήσουν, τέλος, οι Νεομάρτυρες αναπολόγητους και έναντι της ιστορίας, γιατί η περιθωριοποίηση της πίστεως, η αλλοίωση του Εκκλησιαστικού μας φρονήματος, η περιφρόνηση της Εκκλησίας θα συμβάλλουν στην αλλοίωση της Ελληνικότητάς μας, η οποία στηρίζεται στη βάση της Ορθοδοξίας μας. Εκείνοι, με το μαρτύριό τους, συνέβαλαν στην αναθέρμανση και στον πλουτισμό της Ελληνικότητας των ραγιάδων. Εμείς δεν πρέπει να επιτρέψουμε στους διακορευτές της ιστορίας μας ν’ αποκόψουν την άρρηκτη σχέση Ελληνικότητας και Ορθοδόξου βιώματος, χάρη στο οποίο ο Ελληνισμός κρατήθηκε όρθιος και ζωντανός στο χρόνο. Να μην αποστούμε ποτέ από το ιστορικά κατοχυρωμένο και αποδεδειγμένο αξίωμα ότι Ελληνισμός και Ορθοδοξία είναι οι βάσεις πάνω στις οποίες πρέπει να στηρίζουμε, με ασφάλεια, το παρόν και το μέλλον μας. ΑΜΗΝ!

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Ισαπόστολοι - το περιοδικό της ενορίας μας


Μπορείτε να κατεβάσετε το τεύχος του Δεκεμβρίου από εδώ.

Απαραίτητος για την ανάγνωση ο Adobe Reader.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ

Αγίου Μεγαλομάρτυρος Ιακώβου του Πέρσου
Η δύναμη της μετανοίας
Η ιστορία του σήμερα εορταζομένου Αγίου Ιακώβου του Πέρσου, αδελφοί μου, δεν είναι συνηθισμένη. Είναι, όμως, πολύ ενδιαφέρουσα. Πρόκειται για έναν Μάρτυρα της πίστεως, ο οποίος έζησε τον 5ο αιώνα στην Περσία και, ενώ είχε γεννηθεί σε Χριστιανική οικογένεια και ανατραφεί σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, εντούτοις δε δίστασε να αρνηθεί την πίστη στον Χριστό και να υποταχθεί στην απάτη των ειδώλων. Η πνευματική αυτή τύφλωση που υπέστη ο Ιάκωβος ήταν καρπός της δόξας, του πλούτου και των τιμών, με τις οποίες τον περιέβαλε ο Πέρσης Βασιλιάς Βαχράμ ο Ε΄, προκειμένου να ασπασθεί τη ειδωλολατρική θρησκεία. Σύμφωνα με τον ιερό Συναξαριστή «όταν το έμαθαν η μητέρα και η γυναίκα του, του έστειλαν μία επιστολή με την οποία τον πληροφορούσαν ότι δεν τους συνέδεε πια τίποτε, αφού είχε προτιμήσει την πρόσκαιρη δόξα από την αγάπη του Χριστού και την επαγγελία των ουρανίων αγαθών. Τα λόγια αυτά συνετάραξαν τον Ιάκωβο και συνερχόμενος όπως και από μέθη, έκλαυσε πικρά για το αμάρτημά του και άλλαξε ριζικά στάση απέναντι στον βασιλέα. Ομολόγησε δημόσια το σφάλμα του και διακήρυξε παντού ότι ήταν μαθητής του Σωτήρος που σταυρώθηκε για την σωτηρία μας. Δεν είχε πια παρά μόνον μία επιθυμία: να συμμερισθεί τον ζωοποιό τούτο θάνατο για να βρει μια θέση πλησίον του Θεού…». Η επιστροφή του στην αλήθεια του Χριστού και η ειλικρινής μετάνοιά του, τον οδήγησαν σε φρικτό μαρτύριο, το οποίο τον κατέταξε στην αγιασμένη χορεία των ομολογητών και Μαρτύρων της πίστεως.
Το μήνυμα που εκπέμπει ο βίος του Αγίου Ιακώβου του Πέρσου σχετίζεται με την δύναμη της μετανοίας, η οποία μπορεί να συγκλονίσει εσωτερικά τον άνθρωπο και να τον οδηγήσει, όχι απλά στην διόρθωση του βίου, αλλά και σ’ αυτήν ακόμα την αγιότητα. Η μετάνοια είναι η δυνατότητα που παρέχει ο Θεός, στον πεπτωκότα άνθρωπο ν’ αποκαταστήσει τη διασαλευμένη, λόγω της αμαρτίας, σχέση με Εκείνον. Είναι ένα Θεϊκό χάρισμα που εξαντλείται στα πλαίσια αυτής της ζωής, παρέχοντας στους ανθρώπους την ευχέρεια της επισήμανσης των λαθών και των πτώσεων και της διόρθωσής τους με τα μέσα και τις δυνατότητες που η Εκκλησία προτείνει.
Απαραίτητη προϋπόθεση, όμως, για την πραγμάτωση της μετανοίας είναι η αυτογνωσία, μια διαδικασία που απαιτεί εσωτερικό ηρωισμό και διάθεση από τον άνθρωπο να τα «βάλει» με τον εαυτό του, να επιχειρήσει μια δυναμική αναμέτρηση με το «εγώ» του, πολλές φορές, δραματική και επίπονη. Η κατάκτηση της αυτογνωσίας περνά μέσα από τη διαδικασία της αυτοεξέτασης και αυτομεμψίας, μέσα από τη ρεαλιστική αντιμετώπιση των κακώς κειμένων εντός μας και τη ριζοσπαστική απόφαση για αλλαγή πλεύσης και πορείας. Όσο κι αν ακούγεται ως κάτι απλό, η αλήθεια είναι πως απαιτεί κόπο πνευματικό, ταπείνωση και συντριβή καρδιάς, στοιχεία που δεν συνάδουν και τόσο με τον τρόπο ζωής στον οποίο όλοι μας, σχεδόν, έχουμε οδηγήσει τον εαυτό μας στην εποχή μας.
Είναι η εποχή της έπαρσης και της αλαζονείας, που χαρακτηρίζεται από την άμετρη διάθεση υποκατάστασης της παρουσίας του Θεού και της χάρης που Αυτός παρέχει. Η βούληση για αυτοκριτική και αυτοέλεγχο δεν υφίσταται, ίσως γιατί μάς «βολεύει» να μη δίνουμε λόγο σε κανέναν άλλο παρά μόνο στον εαυτό μας, ο οποίος, ούτως ή άλλως, είναι πολύ επιεικής και υποκειμενικός κριτής. Αλλά εκείνος που πιστεύει ότι τα πάντα δεν εξαντλούνται εδώ και ότι υπάρχει το αιώνιο μέλλον της Βασιλείας του Θεού για την κατάκτηση του οποίου πρέπει να εργαστεί σ’ αυτή τη ζωή, δε μπορεί παρά να σταθεί με πιο υπεύθυνο και σοβαρό τρόπο απέναντι στον εαυτό του και το Θεό, κάνοντας το παν για να γίνει δικός Του, οικείος Του. Είναι ο αγώνας να ξεπεράσει το πνεύμα της εποχής, να υπερνικήσει τα στεγανά του εγωισμού του και να νιώσει ότι το σήμερα και το αύριο αυτής της ζωής είναι τίποτα μπροστά στην αιωνιότητα και ότι το κλειδί για να ανοίξει τις πύλες της είναι μόνο η μετάνοια, προϊόν της προσωπικής του αυτογνωσίας, της αληθινής και ουσιαστικής γνώσης της ύπαρξής του.
Αποτέλεσμα της μετανοίας είναι η δημιουργία ενός νέου προσωπικού ήθους, ενός ανανεωμένου φρονήματος, η χάραξη μιας νέας, σωστής πνευματικής κατεύθυνσης, που πρέπει να συνοδεύει τον άνθρωπο μέχρι τη στιγμή του θανάτου. Να γιατί η μετάνοια είναι ευλογία του Θεού σε όλους μας, ένα χάρισμα -έκφραση της αστείρευτης αγάπης Του, η αξιοποίηση του οποίου σβήνει το παρελθόν και ανοίγει το δρόμο για το μέλλον. ΑΜΗΝ!

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ

Αγίου Πρόκλου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως
Η αναγνώριση της Παναγίας ως Θεοτόκου
Την αγία μορφή του μαθητού του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αγίου Πρόκλου, προβάλει σήμερα η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, μία ημέρα προς της μεγάλης εορτής των Εισοδίων της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο Άγιος Πρόκλος εξελέγη Επίσκοπος Κυζίκου, καθώς, όμως, συγκυρίες της εποχής δεν τού επέτρεψαν ν’ ασκήσει εκεί τα ποιμαντικά του καθήκοντα, περιορίστηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου διακρίθηκε για την αγιότητα του βίου του και την ευγλωττία του στην διδαχή των Αγίων Γραφών. Δύο φορές παρ’ ολίγον να εκλεγεί Αρχιεπίσκοπος της πρωτεύουσας του Βυζαντίου, χωρίς, όμως, να το καταφέρει, λόγω πολιτικών παρεμβάσεων. Ουδέποτε, όμως, βαρυγκώμησε ή ενήργησε εις βάρος της ενότητας της Εκκλησίας. Την ίδια εποχή αντιτάχθηκε σθεναρά στις αιρετικές δοξασίες του Αρχιεπισκόπου Νεστορίου, ο οποίος ήταν ο εκλεκτός του αυτοκράτορα για τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Νεστόριος αρνούνταν την ιδιότητα της Θεοτόκου στο πρόσωπο της Παναγίας, προκαλώντας σύγχυση στην Εκκλησία, διάσταση στον λαό του Θεού και παραχάραξη της ορθής πίστης. Ο Πρόκλος αντέκρουσε τις αιρετικές θέσεις του Νεστορίου, μάλιστα ενώπιόν του, με μία πανηγυρική ομιλία τα Χριστούγεννα του 428 και έγινε η αφορμή για την καταδίκη του αιρεσιάρχου από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο, που πραγματοποιήθηκε στην Έφεσο τρία χρόνια μετά. Η αγάπη και η αποδοχή του λαού προς το πρόσωπό του έγιναν αφορμή να αναδειχθεί, τελικά, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, στον θρόνο της οποίας παρέμεινε για δώδεκα χρόνια έως τον ειρηνικό θάνατό του.
Οι αγώνες του Αγίου Πρόκλου για την αποκατάσταση της δογματικής αλήθειας γύρω από το πρόσωπο της Παναγίας μας και την αναγνώριση της ιδιότητάς της ως Θεοτόκου, μάς δίδει την αφορμή να αναφερθούμε σ’ αυτήν την ιδιότητα, την οποία η Εκκλησία αποδίδει στην Παρθένο Μαρία, θεωρώντας αίρεση την περί του αντιθέτου διδασκαλία.
Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Θεολογία, η Παναγία αναγνωρίζεται ως Θεοτόκος, γιατί δεν γέννησε άνθρωπο κοινό, φθαρτό, κτιστό και θνητό. Δεν γέννησε έναν από τους μεγάλους μύστες της ανθρωπότητας, έναν κορυφαίο Προφήτη και Διδάσκαλο, σαν και πολλούς άλλους που έκαναν την εμφάνισή τους στην ιστορία. Όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, γέννησε Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον Μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων…Θεόν αληθινόν, εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί… Η βασική αυτή δογματική αλήθεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας πολεμήθηκε συστηματικά στη διάρκεια και εξέλιξη της Χριστιανικής ιστορίας, αλλά και παραποιήθηκε μέσα στους κόλπους και αυτής της Χριστιανικής Εκκλησίας, όπου άλλες Ομολογίες ανυψώνουν την Μαρία με υπερβολικό και αυθαίρετο τρόπο, αποδίδοντας στο πρόσωπό της ιδιότητες που δεν έχει και άλλες την υποβιβάζουν, απογυμνώνοντάς την από την βασική της ιδιότητα, αυτήν της Θεοτόκου. Προς όλους αυτούς ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος φέρεται με ιδιαίτερη αυστηρότητα και επιτιμητική διάθεση, χαρακτηρίζοντάς τους «αθέους»: «Όποιος δε θεωρεί Θεοτόκο την αγία Μαρία, είναι άσχετος με την θεότητα. Όμοια άθεος είναι όποιος λέγει ότι ο Χριστός πέρασε από την Παρθένο σαν από σωλήνα και δεν διαμορφώθηκε μέσα σε αυτήν συνάμα ως Θεός και ως άνθρωπος (ως Θεός επειδή δεν μεσολάβησε άνδρας, ως άνθρωπος διότι συμμορφώθηκε στον νόμο της κυήσεως)». Με άλλα λόγια, η αναγνώριση της Παναγίας ως Θεοτόκου σημαίνει ταυτόχρονη αναγνώριση του Ιησού Χριστού ως Θεού και Σωτήρα του κόσμου. Γι’ αυτό δε μπορεί να υπάρξει μέλος της Εκκλησίας το οποίο να αρνείται στην Παναγία την ιδιότητα της Θεοτόκου, γιατί, με τον τρόπο αυτό δηλώνει απιστία στην Θεότητα του Ιησού Χριστού.
Η ιδιότητα της Μαρίας ως Θεοτόκου την καθιστά αυτοδικαίως και Παναγία ή Υπεραγία, δηλ. πάνω από όλους τους Αγίους, τους Οσίους, τους Μάρτυρες και Ομολογητές της Εκκλησίας μας. Στην αγιότητα δεν ξεχωρίζουν ούτε οι Δώδεκα Απόστολοι, ούτε ο Τίμιος Πρόδρομος, που στάθηκε, κατά τον λόγο του Χριστού, ο εν γεννητοίς γυναικών μείζων. Αλλά, όπως γλαφυρά περιγράφει ο Φώτης Κόντογλου, «σύ Θεοτόκε, τιμήθηκες περισσότερον από όλους και αξιώθηκες να δανείσεις σάρκα από την σάρκα σου εις τον Υιόν του Θεού και διά τούτο εξαιρέτως λέγεσαι Παναγία και Υπεραγία και, παρότι είσαι άνθρωπος γεννημένος από ανθρώπους, είσαι, όμως, κατά τα λόγια του αγγέλου “τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξωτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ”».
Είθε, αδελφοί μου, η χάρις της Υπεραγίας Θεοτόκου, διά πρεσβειών του σήμερα εορταζομένου Αγίου Πρόκλου, να κατευθύνει τα διανοήματά μας με τέτοιο τρόπο, ώστε να πιστεύουμε και να ζούμε πάντοτε Ορθοδόξως. ΑΜΗΝ!